Ούτε λίγο ούτε πολύ το 28,9% του πληθυσμού δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματος του για στέγη σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat, όταν ο αντίστοιχος μέσος ευρωπαϊκός όρος εκτιμάται στο 8,2%, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στην πρώτη θέση ως προς τη στεγαστική επιβάρυνση στην ΕΕ.
Όπως αναφέρεται την έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, στα μεγάλα αστικά κέντρα αυτό το ποσοστό εκτιμήθηκε στο 29,1%, ενώ στις αγροτικές περιοχές στο 27,7%.
Πόσο ψαλιδίζει το εισόδημα η στέγη
Ειδικότερα, το ποσοστό των ενοικιαστών που εμφανίζονται να καταβάλλουν άνω του 40% του εισοδήματός τους για στέγαση εκτιμάται στο 37,4%, ενώ στην περίπτωση ιδιοκτητών με στεγαστικό δάνειο ο δείκτης επιβάρυνσης υπολογίζεται στο 20,9%.
Με βάση τα δεδομένα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το 2024 το μέσο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών που κατευθύνεται προς δαπάνες στέγασης, σχετικές με ενοίκιο ή αποπληρωμή δανείου, ανήλθε σε 23,7% για την Ελλάδα, έναντι μέσου όρου 17,9% στην ΕΕ.
Δυσκολία πληρωμής ενοικίου ή δανείου
Η αναλογία δαπανών ήταν υψηλότερη για νοικοκυριά τα οποία διαμένουν σε μισθωμένη κατοικία (24,3%) και ελαφρώς χαμηλότερη για νοικοκυριά που αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο (20,0%). Τέλος, σύμφωνα με ευρήματα έρευνας του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα όσον αφορά τους δείκτες δυσκολίας πληρωμής ενοικίου ή δανείου, αλλά και ανησυχίας για τη δυνατότητα εξασφάλισης και διατήρησης κατάλληλης κατοικίας, ειδικά από τους νέους και τα οικονομικά ευάλωτα νοικοκυριά.
Η διερεύνηση των συνθηκών και των παραγόντων που έχουν οδηγήσει στην επιδείνωση της προσιτότητας της στέγης στην Ελλάδα είναι καθοριστική για τον σχεδιασμό πολιτικών που θα προσφέρουν λύσεις τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.
Τα αίτια του στεγαστικού προβλήματος μπορούν να αναζητηθούν τόσο στο σκέλος της ζήτησης όσο και στο σκέλος της προσφοράς οικιστικών ακινήτων, με το τελευταίο να φαίνεται να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα κατά την πρόσφατη περίοδο και σημαντικό βαθμό δυσκολίας ως προς την αντιμετώπισή του.
Η χρηματοδότηση των νοικοκυριών
Οι παράγοντες που δημιουργούν την αυξημένη ζήτηση για κατοικία συνδέονται τόσο με τις μακροοικονομικές συνθήκες όσο και με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας και της αγοράς. Η σταδιακή βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την εγχώρια ζήτηση.
Τα νοικοκυριά αναζητούν σύγχρονη κατοικία για αγορά ή μίσθωση, ιδιαίτερα σε περιοχές που πληρούν υψηλότερα κριτήρια υποδομών και ποιότητας οικιστικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, η άρση της εσωτερικής αβεβαιότητας που χαρακτήρισε την περίοδο της οικονομικής κρίσης και η σταθερά ανοδική πορεία της αγοράς ακινήτων από το 2018 και μετά ενίσχυσαν την ελκυστικότητα της κατοικίας ως επένδυσης, τόσο για τα φυσικά πρόσωπα όσο και για τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην ανάπτυξη, διαχείριση και εκμετάλλευση ακινήτων.
Οι αυστηροί όροι χρηματοδότησης των νοικοκυριών που καθιερώθηκαν μετά την οικονομική κρίση, με σκοπό τη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, σε συνδυασμό με την άνοδο των επιτοκίων της περιόδου 2022-23, επηρέασαν αρνητικά τη ζήτηση νέων δανείων.
Η οικιστική πίεση
Ωστόσο, το 2023 και ιδίως το 2024 καταγράφηκε ετήσια αύξηση στον αριθμό των νέων στεγαστικών δανείων που χορηγήθηκαν από τα πιστωτικά ιδρύματα, κατά 3,9% και 29,6% αντίστοιχα, στην οποία συνέβαλε και το πρόγραμμα “Σπίτι μου”. Αν και κοινωνικά προς τη σωστή κατεύθυνση, το συγκεκριμένο πρόγραμμα εκτιμάται ότι ενίσχυσε περαιτέρω τη ζήτηση, ειδικά για παλαιότερες κατοικίες και διαμερίσματα.
Ο υψηλός βαθμός αστικοποίησης της χώρας και οι δημογραφικές μεταβολές που καταγράφηκαν τη δεκαετία 2011-218 εξηγούν ένα μέρος της αυξημένης ζήτησης για κατοικία, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται τόσο συνολικά (3,1%) όσο και τοπικά στις περισσότερες περιφέρειες, ο αριθμός των μονοπρόσωπων νοικοκυριών αυξάνεται σε όλες τις περιοχές. Ειδικά στην Αττική, όπου ο καταγεγραμμένος πληθυσμός μειώθηκε οριακά κατά 0,4%, ο αριθμός των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 8,4%, ή κατά 127.300 σε απόλυτο αριθμό, κυρίως εξαιτίας της αύξησης των μονοπρόσωπων νοικοκυριών κατά 36,9%.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη συμβαδίζει με την οικιστική πίεση στην πρωτεύουσα και υποδεικνύει ταυτόχρονα μια μεταβολή στα χαρακτηριστικά της ζήτησης, η οποία μετατοπίζεται προς χώρους κατοικίας, εντός του αστικού ιστού, ενδεχομένως μικρότερης επιφάνειας σε σχέση με το παρελθόν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου