Στις 10 Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανάρτησε στο Facebook ένα γράφημα για το πώς επηρεάζει η εργασία την ψυχική υγεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην κορυφή βρισκόταν η Ελλάδα, με 49%.
Σχεδόν ένας στους δύο εργαζομένους δήλωσε στο OSH Pulse 2025 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία ότι, μέσα στους προηγούμενους δώδεκα μήνες, είχε βιώσει στρες, κατάθλιψη ή άγχος που προκλήθηκαν ή επιδεινώθηκαν από τη δουλειά του. Είναι το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Συναφή εικόνα για την εργασιακή πίεση καταγράφει και έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, με διαφορετική μεθοδολογία και ερωτήματα.
Τέσσερις ημέρες νωρίτερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε υιοθετήσει έκθεση νομοθετικής πρωτοβουλίας ζητώντας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή νομοθεσία για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, το εργασιακό στρες και την ψυχική υγεία στην εργασία. Στις συστάσεις του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δεσμευτικές υποχρεώσεις για τους εργοδότες και η ενίσχυση των επιθεωρήσεων εργασίας. Το ερώτημα αφορά πλέον τι παράγει αυτούς τους κινδύνους και ποιος έχει την ευθύνη να τους προλαμβάνει.
Τι κρύβεται πίσω
Για τη Δέσποινα Ξανθοπούλου, καθηγήτρια Οργανωσιακής Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ, το ελληνικό εύρημα δεν αποτελεί έκπληξη. «Εμάς δεν μας προκαλεί καμία εντύπωση» αναφέρει στον «ΟΤ», εξηγώντας ότι η Ελλάδα εμφανίζεται διαχρονικά πολύ ψηλά σε αντίστοιχες έρευνες.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται πίσω από τον αριθμό και τις αιτίες που τον εξηγούν. Το 57% των εργαζομένων στην Ελλάδα δηλώνει ότι εκτίθεται σε σοβαρή πίεση χρόνου ή υπερφόρτωση εργασίας.
Η κυρία Ξανθοπούλου προτείνει να διαβάσουμε την εικόνα μέσα από τη σχέση εργασιακών απαιτήσεων και διαθέσιμων πόρων. Στις πρώτες ανήκουν ο φόρτος, η πίεση και οι συναισθηματικά απαιτητικές καταστάσεις. Στους δεύτερους, η υποστήριξη, η αυτονομία, η αναγνώριση και τα μέσα για να κάνει κάποιος σωστά τη δουλειά του. «Ενα υγιές εργασιακό περιβάλλον πρέπει να χαρακτηρίζεται από μια ισορροπία απαιτήσεων και πόρων» σημειώνει. Οταν αυτή η ισορροπία χάνεται συστηματικά, το εργασιακό στρες, η πίεση και η επαγγελματική εξουθένωση είναι οι αναμενόμενες συνέπειες που αποδίδονται στον τρόπο σχεδιασμού της εργασίας.

Πηγή: EU-OSHA, OSH Pulse 2025
Η πρόληψη
Η συζήτηση για την ψυχική υγεία στην εργασία καταλήγει συχνά στο πώς θα γίνει ο εργαζόμενος περισσότερο ανθεκτικός. Η οργανωσιακή ψυχολογία μεταφέρει το ερώτημα ένα βήμα πίσω: ποιοι παράγοντες κάνουν αναγκαία αυτή την ανθεκτικότητα; Η Νικολέτα Μέρλο, μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ), επικεφαλής Πολιτικών Νεολαίας της ιταλικής συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας CISL και πρόεδρος της Ομάδας Νεολαίας της ΕΟΚΕ, υπήρξε εισηγήτρια γνωμοδοτήσεων για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία και την προσέγγιση One Health. «Η πρόληψη ξεκινά από μια απλή ερώτηση: τι προκαλεί το πρόβλημα;» αναφέρει στον «ΟΤ». Υπερβολικός φόρτος, μη ρεαλιστικές προθεσμίες, πολύωρη εργασία και συνεχής πίεση μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχική υγεία. Προγράμματα ευζωίας και συμβουλευτική μπορεί να βοηθούν, προσθέτει, χωρίς να υποκαθιστούν την παρέμβαση στις αιτίες.
Στο ίδιο σημείο εστιάζει η Κατερίνα Γεωργαντά, επίκουρη καθηγήτρια Οργανωσιακής Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Οι ατομικές παρεμβάσεις μπορεί να είναι χρήσιμες, εξηγεί, όμως όταν δεν συνοδεύονται από πρωτογενή πρόληψη υπάρχει ο κίνδυνος να «ατομικοποιείται» το εργασιακό στρες: ο εργαζόμενος καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες, ενώ οι πηγές του προβλήματος – ο φόρτος, η έλλειψη πόρων, ο σχεδιασμός της εργασίας – παραμένουν ανέγγιχτες. Η κυρία Ξανθοπούλου συμπληρώνει ότι σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, οι ατομικές παρεμβάσεις έχουν μόνο βραχυπρόθεσμα οφέλη και είναι πιο αποτελεσματικές όταν συνδυάζονται με αλλαγές στο εργασιακό περιβάλλον.
Η δημόσια πολιτική
Η πρόληψη δεν τελειώνει στο τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού. Αφορά τη νομοθεσία, την εκπροσώπηση των εργαζομένων και τον έλεγχο εφαρμογής. Η κυρία Γεωργαντά στέκεται ιδιαίτερα στη συστηματική εκτίμηση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων. «Αν δεν ξέρεις ποια είναι τα προβλήματα, πώς θα ξεκινήσεις να εντοπίσεις ποια είναι η καλύτερη λύση;» διερωτάται. Στην ίδια λογική εντάσσει την ουσιαστική εκπροσώπηση των εργαζομένων στις επιτροπές υγείας και ασφάλειας. «Το να μην έχω εκπροσώπηση σημαίνει ότι δεν έχω ένα κανάλι για να επικοινωνήσω τις ανάγκες μου, τα προβλήματά μου, τις ιδέες μου, τις προτάσεις μου» σημειώνει.

Πηγή: EU-OSHA, OSH Pulse 2025
Η κυρία Ξανθοπούλου επισημαίνει ότι η ύπαρξη νομοθεσίας είναι εξαιρετικά σημαντική αλλά από μόνη της δεν αρκεί, καθώς πολλές φορές η συμμόρφωση αντιμετωπίζεται ως τυπική υποχρέωση και όχι ως εργαλείο πρόληψης. Είναι πολύ σημαντικό οι ίδιοι οι οργανισμοί να κατανοήσουν τη σημασία μιας τέτοιας νομοθεσίας. Εδώ αποκτά σημασία και ο ρόλος της Επιθεώρησης Εργασίας, καθώς η απόσταση ανάμεσα στον κανόνα και στην εφαρμογή του είναι μέρος της ίδιας εξίσωσης.
Η κυρία Μέρλο τοποθετεί στην αλυσίδα αυτή τον κοινωνικό διάλογο και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η θεσμική κινητικότητα αποτυπώνεται και στην εναρκτήρια ελληνική εκδήλωση της πανευρωπαϊκής εκστρατείας «Ασφαλείς και Υγιείς Χώροι Εργασίας» 2026-2028 της 16ης Οκτωβρίου. Το πρόγραμμά της φέρνει στο ίδιο τραπέζι κοινωνικούς εταίρους, Επιθεώρηση Εργασίας, ερευνητικά δεδομένα και οργανωσιακές παρεμβάσεις. Το επόμενο ερώτημα είναι αν αυτή η αναγνώριση θα περάσει στην καθημερινή πρακτική.
Η τεχνολογία και ο διευρυμένος χάρτης των κινδύνων
Στη συζήτηση για την ψυχοκοινωνική υγεία στην εργασία προστίθεται και η ψηφιοποίηση. Στην Ελλάδα, το 70% των εργαζομένων δηλώνει ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες καθορίζουν την ταχύτητα ή τον ρυθμό της εργασίας του, ποσοστό υψηλότερο κατά 22 ποσοστιαίες μονάδες του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το κρίσιμο ερώτημα για την κυρία Μέρλο είναι αν χρησιμοποιούμε την τεχνολογία για να βελτιώνουμε την εργασία ή αν της επιτρέπουμε να αυξάνει την πίεση. Ο σεβασμός του χρόνου εργασίας, το δικαίωμα στην αποσύνδεση και η ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων όταν εισάγονται νέα ψηφιακά συστήματα γίνονται σύμφωνα με την ίδια μέρος πολιτικών πρόληψης.
Για την κυρία Μέρλο, ο χάρτης των κινδύνων για την υγεία στην εργασία διευρύνεται ακόμη περισσότερο, καθώς η κλιματική αλλαγή εντάσσει την επαγγελματική υγεία στη λογική της «Ενιαίας Υγείας» (One Health): ακραία ζέστη, καπνός από πυρκαγιές, ατμοσφαιρική ρύπανση και βιολογικοί κίνδυνοι μεταβάλλουν ήδη δραστικά τις συνθήκες εργασίας.

Πηγή: EU-OSHA, OSH Pulse 2025.
Πίσω από τόσο διαφορετικούς και συχνά νεοαναδυόμενους κινδύνους επανέρχεται η ίδια αρχή: η πρόληψη. Το δυσκολότερο μέρος αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και οργανώνεται η εργασία, το αν εισακούγεται η φωνή των εργαζομένων, το αν οι κίνδυνοι καταγράφονται και οι κανόνες εφαρμόζονται. Η ψυχοκοινωνική υγεία γίνεται έτσι και βασικός δείκτης της ίδιας της ποιότητας της εργασίας.
Το κόστος
Υπάρχει, τέλος, και η οικονομική διάσταση. Η κυρία Ξανθοπούλου σημειώνει στον «ΟΤ» ότι ενώ οι οργανισμοί θεωρούν ότι η εντατικοποίηση μπορεί να προσφέρει όφελος, όμως το πραγματικό κόστος εμφανίζεται αργότερα, όταν ένας οργανισμός χάνει ανθρώπους λόγω προβλημάτων υγείας, έλλειψης κινήτρων ή επειδή δεν μπορούν πλέον να συνεχίσουν να εργάζονται με τον ίδιο τρόπο.
Η «κλασική» πλέον μελέτη των Goh, Pfeffer και Zenios, που δημοσιεύθηκε το 2015 στο επιστημονικό περιοδικό Management Science, επιχείρησε να ποσοτικοποιήσει αυτή ακριβώς τη σχέση. Το μοντέλο των ερευνητών εκτίμησε ότι στις ΗΠΑ περισσότεροι από 120.000 θάνατοι τον χρόνο και περίπου 5%-8% των ετήσιων δαπανών υγείας συνδέονταν με τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις οργανώνουν και διαχειρίζονται την εργασία και, σύμφωνα με το μοντέλο, ενδέχεται να αποδίδονταν σε αυτόν. Στους παράγοντες που εξέτασαν περιλαμβάνονταν οι υψηλές απαιτήσεις, ο χαμηλός έλεγχος, η ανεπαρκής κοινωνική υποστήριξη, η εργασιακή ανασφάλεια και η οργανωσιακή αδικία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου